Encyclopaedia of the Hellenic World, Asia Minor FOUNDATION OF THE HELLENIC WORLD
z
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Αναζήτηση με το γράμμα AΑναζήτηση με το γράμμα BΑναζήτηση με το γράμμα CΑναζήτηση με το γράμμα DΑναζήτηση με το γράμμα EΑναζήτηση με το γράμμα FΑναζήτηση με το γράμμα GΑναζήτηση με το γράμμα HΑναζήτηση με το γράμμα IΑναζήτηση με το γράμμα JΑναζήτηση με το γράμμα KΑναζήτηση με το γράμμα LΑναζήτηση με το γράμμα MΑναζήτηση με το γράμμα NΑναζήτηση με το γράμμα OΑναζήτηση με το γράμμα PΑναζήτηση με το γράμμα QΑναζήτηση με το γράμμα RΑναζήτηση με το γράμμα SΑναζήτηση με το γράμμα TΑναζήτηση με το γράμμα UΑναζήτηση με το γράμμα VΑναζήτηση με το γράμμα WΑναζήτηση με το γράμμα XΑναζήτηση με το γράμμα YΑναζήτηση με το γράμμα Z

Mouzalon Family

Author(s) : Makripoulias Christos (10/10/2005)
Translation : Korka Archonti

For citation: Makripoulias Christos, "Mouzalon Family ",
Encyclopaedia of the Hellenic World, Asia Minor
URL: <http://www.ehw.gr/l.aspx?id=8357>

Μουζάλωνες (2/22/2006 v.1) Mouzalon Family  (2/15/2007 v.1) 

Quotations

 

Γεώργιος Ακροπολίτης, Χρονική Συγγραφή, in A. Heisenberg, Georgii Acropolitae opera 1 (Leipzig 1978), 118, 20-119, 6:

"Το γουν της Στρουμμίτζης παραμείψαντες άστυ και διά των του Μελενίκου χώρων βαδίσαντες εις τα Σέρρας και αύθις απήειμεν. ένθα και γραφάς ο αυτοκράτωρ δεξάμενος εκ των της ανατολής μερών προς του προσφιλούς αυτού πεμφθείσας Μουζάλωνος, ως τα των Μουσουλμάνων προς των Ταχαρίων κυμαίνεται, επέτεινε την οδόν και μακροτέρας τας ημερησίους εποιείτο πορείας. επεί δε τον Έβρον επεφθάκει, ον και Μαρίτζαν ο χυδαίος κατονομάζει λαός, και μη ούτως έχειν τα εν τη έω μεμαθηκώς πράγματα, της ταχύτητος ανιείς σχολαιότερον επορεύετο".

Ακροπολίτης, Γ., Χρονική Συγγραφή, in Heisenberg, A. (ed.), Georgii Acropolitae opera 1 (Leipzig 1978), 124, 1-12:

"Ουτωσί γουν ταύτα πάντα καταρτίσας ο βασιλεύς τον Ελλήσποντον διαπεραιωθείς περί την Λάμψακον την σκηνήν έπηξε, κακείσε τους αυτού οφφικίοις τετιμήκει και αξιώμασι. και τον μεν Μουζάλωνα Γεώργιον τον υπέρ πάντας άλλους τούτω φιλούμενον, όντα μέγαν δομέστικον, πρωτοσεβαστόν τε και πρωτοβεστιάριον και μέγαν στρατοπεδάρχην τετίμηκε, τον δε αυτού αδελφόν Ανδρόνικον, πρωτοβεστιαρίτην όντα, μέγαν δομέστικον κατωνόμασε, τον δε Άγγελον Ιωάννην, μέγαν πριμμικήριον τελούντα, τετίμηκε πρωτοστράτορα, ανδράρια μηδενός ή τριών οβολών άξια, παιδιαίς ανατεθραμμένα και κυμβάλων μέλεσί τε και άσμασι [...]".

Ακροπολίτης, Γ., Χρονική Συγγραφή, in Heisenberg, A. (ed.), Georgii Acropolitae opera 1 (Leipzig 1978), 130, 25 - 131, 1:

"Ταύτ’ είπον, και οργής ο βασιλεύς απλέτου και μανίας πλησθείς και οίον εκβακχευθείς τω θυμώ ελκύσαι μεν ώρμησε την σπάθην του κουλεού, της κώπης επιλαβόμενος. αλλά τούτο μεν κατέσχε· μικρόν γαρ ταύτην απογυμνώσας πάλιν εισήξε· τω μεγάλω δε δομεστίκω αυτού τω Μουζάλωνι Ανδρονίκω καταβαλείν με του ίππου προσέταξε. και ος εβούλετο μεν, ουκ ηδύνατο δε· λεπτόν γαρ είχε και αδρανές το σωμάτιον".

Ακροπολίτης, Γ., Χρονική Συγγραφή, in Heisenberg, A. (ed.), Georgii Acropolitae opera 1 (Leipzig 1978), 133, 19-24:

"Εν τοις τοιούτοις των λόγων ο βασιλεύς καμέ της ης είχον εκμοχλεύσας στερρότητος εχειρώσατο. εξαποστείλας γαρ τον προς πάππου αυτού θείον τον Λάσκαριν Μανουήλ και τον πρωτοβεστιάριον αυτού τον Μουζάλωνα Γεώργιον ιλαροίς και απλοίς τισιν εχρήσατο λόγοις, και με είλε, και προς αυτόν οι αποσταλέντες απήγαγον".

Ακροπολίτης, Γ., Χρονική Συγγραφή, in Heisenberg, A. (ed.), Georgii Acropolitae opera 1 (Leipzig 1978), 154, 10-156, 18:

"Ο μεν ουν υιός του βασιλέως Θεοδώρου Ιωάννης πάνυ αφήλιξ ετύγχανεν ων εν τω καιρώ της τελευτής του βασιλέως και πατρός· ούπω γαρ τελείων ενιαυτών υπήρχεν οκτώ. ο δε πατήρ τούτου και βασιλεύς διαθήκην πεποίηκε, τάχα μεν ως επί τω παιδί, τη δ’ αληθεία επί τω πρωτοβεστιαρίω αυτού τω Μουζάλωνι Γεωργίω. τούτον γαρ η διαθήκη εποίει των Ρωμαϊκών απάντων πραγμάτων κύριον, ώστε το κράτος έχειν απάσης της των Ρωμαίων αρχής, μέχρις αν ο του βασιλέως υιός εις τελείαν την ηλικίαν αφίκοιτο· και προύβησαν επί τούτοις προστάξει του βασιλέως και όρκοι παρά των εντυχόντων τω τότε. αλλ’ ούπω τριταίος ην εν τάφω κείμενος ο του βασιλέως νεκρός, και ως από κοινού συνθήματος συνδραμόντες πάντες οι εφευρεθέντες εκείσε Ρωμαίοι –στράτευμα δε ην ικανόν συνηγμένον εκείσε– ου μην αλλά και οι προς του βασιλέως κεκακωμένοι άνδρες ευγενείς και της πρώτης τυγχάνοντες τάξεως, ων εις μεν υπήρχεν ο Στρατηγόπουλος Αλέξιος, ου τον υιόν Κωνσταντίνον τετύφλωκεν, αυτόν δε καθείρξεν, ο Τορνίκης τε Κωνσταντίνος, ον μέγαν πριμμικήριον ο βασιλεύς Ιωάννης είχε – και προς του βασιλέως υιού καθωσίωτω, ο Φιλής Θεόδωρος, τους οφθαλμούς και αυτός εξορωρυγμένος, και ο Ζαγαρομμάτης Γεώργιος, ον πρωτοβεστιαρίτην μεν ο βασιλεύς ωνόμασεν Ιωάννης, ο δε υιός αυτού παρακοιμώμενον πρώτον τιμήσας μετά βραχύ καθωσίωσεν, οι τέτταρες υιοί του πρωτοβεστιαρίου του Ραούλ και αυτοί καθειργμένοι, ο Αλυάτης τε Νικηφόρος, ον προ βραχέος επί του κανικλείου τετιμηκώς ύστερον την γλώτταν επ’ ουδεμιά αιτία ο βασιλεύς εκτεμών καθωσίωσεν, άλλοι τε πολλοί των χρησίμων και ονομαστών ανδρών. οι τοις στρατιώταις ξυνιόντες και άμα συνδραμόντες και επί τη των Σωσάνδρων συνανιόντες μονή κατά του πρωτοβεστιαρίου και επιτρόπου και των αυταδέλφων αυτού αυτοβοεί εφώρμησαν· εκείσε γαρ είχε την σκηνήν ο πρωτοβεστιάριος και την οσίαν του τεθνηκότος βασιλέως επλήρου. Γνους ουν ο πρωτοβεστιάριος την έφοδον του λαού, συνάμα τω αδελφώ αυτού Ανδρονίκω, ον και μέγαν δομέστικον κατωνόμαζον, και τω πρώτω αυτού αδελφώ, ον και πρωτοκυνηγόν εκάλουν, εντός εγένοντο του ναού. ως δε το πλήθος είδον γυμνοίς τοις ξίφεσι κατ’ αυτών χωρούντας, εντός εισήεσαν και του ιερού βήματος, και την παναγή περιπτυξάμενοι τράπεζαν εκείσε ξίφους έργον γεγένηνται, μηδέ μετά τον φόνον οίκτον λαβόντων των φονευτών· τοιούτον γαρ τον θυμόν ο λαός άπας επέτρεφε κατ’ αυτών, ώστε και μεληδόν διατεμόντες αυτούς, μάλλον δε κατά άρθρα, ή και σμικρά των σαρκών διελόντες τεμμάχια έκαστος το οικείον τμήμα κρατών της επιθυμίας ενεφορήθησαν. καν τω τάφω δε περιστάντες του βασιλέως Θεοδώρου ονειδιστικοίς και αυτόν έβαλλον λόγοις, ότιπερ την των Ρωμαίων αρχήν και τα αυτής πράγματα ανδραρίοις βδελυροίς και ανθρωπίσκοις ουτιδανοίς εμπεπίστευκε, τοις εκ θυμέλης μελωδήμασιν ανατεθραμμένοις και αυλοίς χαίρουσι και χορδαίς και προς λύραν ψαλλάτειν εκμελετήσασι [...] καταλελοίπει δε άνδρας γενναίους και περιδεξίους στρατηγούς, καλώς τε και ευαρέστως τω βασιλεί και πατρί εξυπηρετήσαντας. και ταύτα μεν τοιούτον έσχε τον τρόπον".

Σκουταριώτης, Θ., Σύνοψις Χρονική, in Σάθας, Κ. (ed.), Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη 7 (Athens-Venice-Paris 1894), 514, 3-15:

"Και ούτοι μεν ταύτα· ο δε πεποθημένος τω βασιλεί Μουζάλων, την του μεγάλου δομεστίκου δύναμιν περιζωσμένος, την βασιλικήν περαίωσιν συνεβούλευε, και άλλοι δε των επιφανών τη τούτου γνώμη συνήνουν. Και ίσχυσεν η των πλειόνων βουλή, μάλιστα δε του βασιλέως το πρόθυμον, και ο της καρδίας αυτού ζήλος ηνίκα και τον μάρτυρα Τρύφωνα, ως έλεγε, καθ’ ύπνους τεθέαται προτρέποντα την περαίωσιν, ον καν ταις δυσχωρίαις, ως διεβεβαιούτο, ύπαρ ουκ όναρ πολλάκις εώρακε των δυνάμεων προηγούμενον. [...] Τοίνυν και προσλαβών όσοι έπεσθαι έτυχον, και τους καθ’ οδόν συνερχομένους, διαπεραιούται τον Ελλήσποντον, καταλιπών εις την έω τον μέγαν δομέστικον".

Σκουταριώτης, Θ., Σύνοψις Χρονική, in Σάθας, Κ. (ed.), Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη 7 (Athens-Venice-Paris 1894), 536, 13 - 537, 20:

"Ο μεν ουν του βασιλέως Θεοδώρου υιός Ιωάννης οκτώ ην ετών· ο δε πατήρ αυτού βασιλεύς διαθήκην εξέθετο, τάχα μεν ως επί τω παιδί, τη δ’ αληθεία επί τω πρωτοβεστιαρίω τω Μουζάλωνι Γεωργίω, τούτον γαρ η διαθήκη εποίει των Ρωμαϊκών απάντων πραγμάτων κύριον, μέχρις αν ο υιός αυτού και βασιλεύς Ιωάννης εις τελείαν την ηλικίαν αφίκοιτο, και όρκοι περί τούτου προέβησαν παρά των εντυχόντων τω τότε προστάξει του βασιλέως Θεοδώρου. Αλλ’ ούπω τρίτην είχεν εν τάφω κείμενος ο του βασιλέως νεκρός, και συνδραμόντες οι εκείσε Ρωμαίοι (στράτευμα δε ην ικανόν συνηγμένον), αλλά και οι παρά του βασιλέως κεκακωμένοι άνδρες ευγενείς, ο Στρατηγόπουλος δηλαδή Αλέξιος, ου τον υιόν Κωνσταντίνον τετύφλωκεν, αυτόν δε καθείρξεν, ο Τορνίκης Κωνσταντίνος, ον μέγαν πριμμικήριον είχεν ο βασιλεύς Ιωάννης, και καθωσίωτο, ο Φιλής Θεόδωρος, των οφθαλμών στερηθείς, ο Ζαγαρομμάτης Γεώργιος, ον ο βασιλεύς Ιωάννης πρωτοβεστιαρίτην ωνόμασεν, ο δε βασιλεύς Θεόδωρος παρακοιμώμενον πρώτον τιμήσας, ύστερον καθωσίωσε, Νικηφόρος ο Αλυάτης, ον προ βραχέος έχων κανικλείου, ύστερον την γλώτταν εκτεμών, των υπαρχόντων εγύμνωσεν, άλλοι τε πολλοί των χρησίμων και ονομαστών, οι τοις στρατιώταις επί τη των Σωσάνδρων συνανιόντες μονή, κατά του πρωτοβεστιαρίου και των αδελφών αυτού ώρμησαν· εκείσε γαρ ην, την οσίαν του βασιλέως πληρών. Γνους ουν ο πρωτοβεστιάριος την έφοδον του λαού, ώρμησε του ναού εξιέναι (ένδον γαρ ην της θείας μυσταγωγίας τελουμένης επακροώμενος), αλλά τινες των της βουλής εκείνης συμπαρόντες αυτώ, δείσαντες μη εξιών και εποχηθείς εντρέψη και προς εαυτόν εφελκύσηται τον λαόν, καντεύθεν και αυτοί φωραθείεν, προς ορκωμοσίας ετέρας εχώρουν· ήδη γαρ του βασιλέως προς εσχάτας αναπνοάς όντος, της αυτού διαθήκης εις επήκοον πάντων αναγνωσθείσης, ομνύουσιν άπαντες φυλάξαι τα διατεταγμένα απαραποίητα, είτα και μετά το αποβιώναι ομνύουσιν επί τοις αυτοίς· τρίτον ουν όρκοις και συνθήκαις εμπεδωθέντες πείθουσι τον πρωτοβεστιάριον ένδον ίστασθαι του ναού συνάμα τω αδελφώ Ανδρονίκω, τω μεγάλω δομεστίκω, και τω πρώτω αυτών αδελφώ, τω πρωτοκυνηγώ. Ως δε το πλήθος είδον γυμνοίς ξίφεσι κατ’ αυτών χωρούντας, εντός του ιερού προσέφυγον βήματος, και την παναγή περιπτυξάμενοι τράπεζαν, εκείσε ξίφους έργον γεγένηνται, μηδέ μετά φόνον οίκτον λαβόντων των φονευτών, και μεληδόν διατεμόντες, μάλλον δε κατά άρθρα, ή και σμικρά των σαρκών διελόντες τεμμάχια, το οικείον τμήμα κρατών έκαστος, της επιθυμίας ενεφορήθησαν".

Σκουταριώτης, Θ., Σύνοψις Χρονική, in Σάθας, Κ. (ed.), Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη 7 (Athens-Venice-Paris 1894), 537, 5-10:

"Επεί δε από των εκκρίτων του βασιλέως Θεοδώρου ο πρωτοβεστιαρίτης ο Καριανίτης εσώζετο, ος και του πρωτοβεστιαρίου του Μουζάλωνος και των αυταδέλφων αυτού τους φόνους ειργάσατο (εκείνος γαρ την Ρωμαϊκήν στρατιάν επεκράτει τότε), τούτον ίνα μη τι νεωτερίση, ο βασιλεύς Μιχαήλ έθετο εν ειρκτή".

Παχυμέρης, Γ., Συγγραφικαί Ιστορίαι, in Failler, A. (ed.), Georges Pachymères, Relations historiques (Corpus Fontium Historiae Byzantinae 14, Paris 1984), 41, 6-15:

"Αλλ’ επειδή θερμός ην εκείνος προς πάντα, έτι δε και την του καταφρονείσθαι δόξαν –η γαρ νόσος επεισπεσούσα και μάλλον τρύχουσα έπειθε δεινά υπιδέσθαι–, παραλύει μεν του αξιώματος εις πρωτοβεστιαρίου τεταγμένον τιμήν τον Ραούλ Αλέξιον, αντεισάγει δ’ εις ταύτην τον εξ Ατραμμυτίου Γεώργιον τον Μουζάλωνα, συνοικίσας αυτώ και την εκ Καντακουζηνών Θεοδώραν, του Παλαιολόγου ούσαν αδελφιδήν, τον δε μετ’ εκείνον Ανδρόνικον μέγαν δομέστικον καθιστά, την του Ραούλ θυγατέρα οι συναρμόσας, τον δε γε τρίτον των αδελφών προβάλλεται πρωθιερακάριον, άνδρας ουκ ευγενείας μεν μετέχοντας το παράπαν, εις παιδοπούλους δε αυθεντοπουλευμένω τεταγμένους αυτώ".

Παχυμέρης, Γ., Συγγραφικαί Ιστορίαι, in Failler, A. (ed.), Georges Pachymères, Relations historiques (Corpus Fontium Historiae Byzantinae 14, Paris 1984), 63, 14 - 65, 21:

"Τότε δε θανόντος εκείνου, επεί και ο πρωτοβεστιάριος Μουζάλων την επιτροπήν του αφήλικος βασιλέως έχειν ηγγέλλετο παρά του πατρός τε και βασιλέως, τον μοναχόν υπελθόντος, τω μεν μειρακίσκω εκείνω άνακτι Ιωάννη, ουχ οίω τ’ όντι διά την ηλικίαν το ασφαλές περιποιείν εαυτώ, προνοίας έδει πάντως του μη τι παθείν απροόπτως, πολλών όντων των επιβουλευόντων, καν τι μικρόν κινηθείη, ευθύς δρασειόντων τα μέγιστα. Διό και τω κατά τον Έρμον της Μαγνησίας φρουρίω εκείνον φέροντες εγκατέστησαν, συχνούς τους οπτήρας επί βασιλικαίς υπηρεσίαις τάξαντες. Οι δε μεγιστάνες, οι μεν εν ταις τιμαίς έτι μένοντες, οι δε και των όπη ποτέ γης ακηδέες έμενον εξ οργής γωνιών εξάλμενοι, των μεν πραγμάτων ελευθέρως είχον, της δε γλώσσης ούπω θαρρούντες –οι γαρ Μουζάλωνες εφειστήκεισαν–, εβυσσοδόμευον τας οργάς, και πάντες προσεποιούντο προς εκείνους το ευπειθές, ως υπό βασιλεί δήθεν τελούντες των μειρακίσκω, ει και οδάξ οι παθόντες παρά του πατρός, φαγόντος τους της οργής όμφακας και κόνδυ πικρίας εκείνους ποτίσαντος, αιμωδιάν ωρέγοντο τον υιόν· πλην και ούτως έχοντες δυσμενείας, οι μεν τω επιτροπευομένω και νέω, οι δε τοις εφεστηκόσι, παθόντες μεν τι και εξ εκείνων το πριν, ου μην δ’ αλλ’ ουδ’ η Νέμεσις ηρεμείν εία, ούτω παρά το εικός τιμηθέντων, μη δυσμεναίοντας κακουργείν, τω προς εκείνους τέως φόβω συγκατεκλίνοντο. Τότε δ’ ο πρώτος των Μουζαλώνων, ος και τω του πρωτοβεστιαρίου τετίμητο αξιώματι, ορών τον φθόνον πολύν και δεινόν υφέρποντα και ως βασιλειάν παρά πολλών υποπτεύοιτο, καντεύθεν τον μέγαν κίνδυνον υφορώμενος, έγνω, συνετός ων, πείρα το στράτευμα δοκιμάσαι, άμα δε και τους μεγιστάνας γνωρίσαι όπως έχοιεν εκείνω της διαθέσεως, πολλά πρότερον υποταγής και δουλείας σύμβολα προς τον αφήλικα δεσπότην σπουδάζων, οις λέγοι και πράττοι, ενδείκνυσθαι. Τότε τοίνυν συγκαλεσάμενος όσον ην το της γερουσίας και όσον του βασιλείου γένους, όσον τε των αρχόντων και όσον της στρατιωτικής τάξεως, παρόντων εκείσε και των του προπάππου του βασιλέως Λάσκαρι αυταδέλφων, ος δη και ούτος το πάλαι βασιλείας διέπρεπεν διαδήματι και τα της Ρωμαΐδος πράγματα συγχυθέντα ως είχεν ανεκαλείτο, ουδέ των τυφλών εκείθεν απόντων –ο Στρατηγόπουλος δ’ ούτοι ήσαν και ο Φιλής–, και παντός άλλου μεγιστάνος συμπληρούντος τον σύλλογον, εφ’ υψηλού στας, ως αν άμα οι τε πρώτοι ακούοιεν και οι ύστατοι, έλεγε τάδε".

Παχυμέρης, Γ., Συγγραφικαί Ιστορίαι, in Failler, A. (ed.), Georges Pachymères, Relations historiques (Corpus Fontium Historiae Byzantinae 14, Paris 1984), 77, 17 - 79, 10:

"Ταύτα του μεγάλου κοντοσταύλου διεξελθόντος, οι εν τέλει πάντες, ως από μιας ώσπερ ορμής και προθέσεως, ως δήθεν μη πλέον έχοντες λέγειν, εμφανείς ήσαν συντιθεμένοι τοις ρηθείσι· μάλλον μεν ουν ώχθησάν τε και βαρυνομένοις εώκεσαν παραχρήμα, ει άλλο τι παρά τα λεχθέντα λέγειν υπονόοιτό τις εκείσε παρών. Όθεν και προυλάμβανεν άλλος άλλον λέξων τα προς χάριν και δείξων ως το υπ’ εκείνω τάττεσθαι του άρχειν αυτόν εκείνον περί πλείονος άγοι. Τα δ’ ήσαν σκήψις και κόμπος άλλως, ως έδειξε. Τότε γουν του συλλόγου διαλυθέντος, τα πιστά λαβών εντεύθεν ο πρωτοβεστιάριός του, και εκόντων δήθεν των μεγιστάνων, βασιλέως και των πραγμάτων αυτόν και μόνον εκείνον είναι διαφερόντως τον φροντιστήν, αναλαβών την πάσαν δύναμιν, επί Μαγνησίας εχώρει. Και δη τας φυλακάς την μεν βασιλέως ανδράσι πιστοίς εγχειρίσας, την δε του βασιλικού ταμιείου ετέροις ομοίως πιστοίς και αξίοις, από πολλών το εχέγγυον έχουσιν, ων δη ο λογοθέτης τότε των αγελών ο Αγιοθεοδωρίτης εξηγείτο, αυτός επί ταις των κοινών διοικήσεσι μετά των λοιπών εσπουδαιοτρίβει. Συνετάττοντο τοίνυν προστάγματα πανταχού πόλεων της Ρωμαίων γης αποσταλησόμενα, και κατ’ άλλας μεν χρείας ετέρας, το δε πλείστον και μέγιστον κατά τε δήλωσιν του θανάτου του βασιλέως, άμα δε και της του νέου βασιλέως αναρρήσεως, και του εις εκείνον προστίθεσθαι χάριν συνθήκαις όρκων κατά το σύνηθες. Και εξετίθεντο μεν τα προσταττόμενα παμπληθεί, τας δε δι’ ερυθρών βασιλικάς υποσημάνσεις, επεί ουκ ην τον νέον βασιλέα χείρα κινείν και υποσημαίνεσθαι, τω δηλωθέντι λογοθέτη των αγελών ποιείν ενεδίδοσαν. Ο μεν ουν πρωτοβεστιάριος προς ταις περί των όλων φροντίσιν ην και ασχόλως είχεν, ελευθέρω χρώμενος, ως μηδέν υπειδόμενος, τω φρονήματι εφ’ οις έπραττεν".

Παχυμέρης, Γ., Συγγραφικαί Ιστορίαι, in Failler, A. (ed.), Georges Pachymères, Relations historiques (Corpus Fontium Historiae Byzantinae 14, Paris 1984), 79, 5-81, 3:

"Ην δε άρα ο προς εκείνον φθόνος οιδαίνων βαρύς και δεινός υφείρπεν εκείνω, μη το σύνολον επαΐοντι. Και η σκήψις των απορρήτων κατ’ εκείνου τοις οργιζομένοις ως πιθανή· εδόκουν γαρ και υπέρ βασιλέων ζηλούν, του μεν ότι μαγγανείαις ταις παρ’ εκείνων συσκευασθείσας νοσοίη και ως κακώς απαλλάξειε πρόωρος, του δε ότι βασιλειά και υφαρπάζειν την αρχήν μελετά και μείζον ή καθ’ αυτόν φρονεί, περιφρονών του βασιλέως και την βασιλείαν ευπροσώπως υποποιούμενος. Τοις δε των ξενικών Ιταλοίς, ους δη και υπό χείρα είχεν ο μέγας κοντοσταύλος, και άλλα ίδι’ άττα ήσαν της κατ’ εκείνον ορμής αιτιάματα, ως παρά Μουζαλώνων, και μάλλον ενός του πρώτου, στεροίντο, ζώντος βασιλέως, των εις ρόγας αυτοίς αποτεταγμένων, ως καταφρονοίντο εφ’ οις εδικαίουν εαυτούς τετιμήσθαι, ως της προς τον βασιλέα αποκλείοντο παρρησίας εισηγήσεσι ταις εκείνου, ως ατιμοίντο, του πρωτοβεστιαρίου προστάσσοντος. Τούτοις και τοις τοιούτοις το ξανθόν τε και αριμάνιον γένος ερεθιζόμενοι έτοιμοι ήσαν κατασφάττειν εκείνους, ει μόνον τις παρορμώη. Αιτίαν δ’ έσχεν εις τούτο, ως ο των πολλών λόγος έχει, ο τούτων της φάλαγγος εξηγούμενος, ος και πάλαι μεν ωρμημένους αυτούς, τότε δ’ εξαφθέντας πλέον, ανεθέντας του φόβου και δρασείοντας τα ανήκεστα εξ ετοίμου, ηρέθισε τον φόνον επιτολμήσαι, καιρόν έχοντας. Και ο λόγος εκ των υστέρων φέρει το πιθανόν· ουδέ γαρ αν ετόλμων, ει μή τινας προβιβάσεις είχον, αλλοεθνείς όντες και το πλέον επήλυδες. Και ει ούτως είχον και μόνως θαρρείν, ανάγκη παντός μάλλον τον άγοντα υποπτεύεσθαι".

Παχυμέρης, Γ., Συγγραφικαί Ιστορίαι, in Failler, A. (ed.), Georges Pachymères, Relations historiques (Corpus Fontium Historiae Byzantinae 14, Paris 1984), 81, 5-89, 26:

"Τέως δ’ ουν η επί τω αποιχομένω εννάτη κειμένω παρήν, και έδει την μνήμην άγειν εκείνω κατά το σύνηθες. Ανέρχονται τοίνυν εις την των Σωσάνδρων μονήν, όπου και ο νεκρός του βασιλέως εχόμενα του πατρός τέθαπτο, των ιερωμένων όσοι παρήσαν εκείσε· ανέρχονται δε και οι εν τέλει πάντες, χωρίς δ’ εκείνων και των γυναικών αι προύχοσαι και ματρώναι, και παν όσον ην υπηρετικόν τοις κρατούσι. Το μέντοι γε στρατιωτικόν, εκ προνοίας και μάλλον, κάτω περί τον βασιλέα εγκαταλέλειπτο. Ως γουν πανοικί και οι Μουζάλωνες ήεσαν, ιδίαν παρά τους άλλους στοργήν προς τον θανόντα επιδεικνύμενοι, τότε το στρατιωτικόν, διαφερόντως δε το Ιταλικόν τε και ξενικόν, αρπάσαντες τον καιρόν, οι μεν αμύνεσθαι τους λυπήσαντας ορεγόμενοι, οι δ’ εφηδόμενοι τοις, ει δυνηθείεν εκείνοι, τολμηθησομένοις –ταις γαρ καινοτομίαις αεί ποτε χαίρουσιν άνθρωποι, και ράόν τις, ιδών καινόν κακόν τελεσθέν, εφησθείη παθούσιν ή αγαθόν συνησθείη τοις απολαύσασιν–, συμμιγείς τω πλήθει γενόμενοι, φωνάς ηφίουν δεινάς κάτωθεν άνω και μη φαινομένω τω βασιλεί και επανεκάλουν κατά των δήθεν απίστων, τους Μουζάλωνας αινιττόμενοι, ζήλον υπέρ αυτού και του γένους ενδεικνυμένοις εοικότες θερμόν. Και ίνα μη φθάσειαν εκείνοι προ του παθείν δράσαντες, δεδιότες δήθεν, επέσπευδον την επ’ εκείνους του βασιλέως εγχώρησιν και άμ’ εδήλουν ως είπερ ο βασιλεύων εφήσει· ει δ’ ουν, αλλ’ εκείνοι και ούτως επιδραμούνται και καταπράξονται. Ταύτα λεγόντων άμα και θορυβούντων, οι την βασιλικήν φυλακήν επιτετραμμένοι, δηλωθέν κακείνοις το τόλμημα ή και παρά του το πρότερον ή μην άμα τω θορυβείν εκείνους, δείσαντες δήθεν, εξάγουσιν ευθύς το παιδίον κατά δυσωπίαν ελπιζομένην, ως εκείνους εμφαίνειν ποιούντας εμφανή τον κρατούντα. Ως δε φανέντος του νέου, και μείζων ήρετο η φωνή και ατακτότερον εθορύβουν, χειρί κατανεύειν οι αμφ’ εκείνον εκείνον διδάσκουσι· το δ’ ην άμα κρούον και προς αμφότερα, ότι τε αναστέλλοι τον θόρυβον και ότι εκχωροίη διδούς. Και τοις μεν περί τον νέον άρχοντα ικανόν εις απολογίαν εσύστερον προς τους άρχοντας η της χειρός κατάνευσις υπολέλοιπτο, ως δήθεν επισχείν οικονομούσι τον θόρυβον, τοις δε και λίαν αρκούν ενομίζετο προς εκχώρησιν. Ευθύς ουν βοή ήρθη, ως εκχωρούντος του βασιλέως, και άμ’ εχέοντο παμπληθεί, και ως τιμωρός της βασιλικής σωτηρίας συνέθεεν έκαστος, ως και προκινδυνεύσειν, ει δέοι· και αλλήλους τω θορύβω παρακροτούντες, επί της μονής ηπείγοντο των Σωσάνδρων, τα έσχατα κακά τους, ως αυτοί έλεγον, δύσνους τω βασιλείω κράτει πραξείοντες. Εισί δ’ οι και έμενον μη συναπιόντες, προμηθέστερον ποιούντες ή τολμηρότερον και άμα, ει εκποδών γενομένους τους καθ’ ων συνέθεον μάθοιεν, αυθαδέστερον δρασείοντας επί ταις σκηναίς προς το εκφορείν τα κειμήλια· μη γαρ είναι τον κωλύσοντα, ούτω των κεκτημένων απολωλότων. Ως γουν οι μεν συνάμα καί τισι των εν τέλει, της υμνωδίας τελουμένης, εντός ειστήκεισαν του ναού, οι δε συνέθεον πανδημεί, θορυβούντες παρά το σύνηθες, και ήδη τοις εντός εμφανείς ήσαν ευθύ της μονής ιόντες, τινές των εκτός όντων υπηρετών, τον εκείνων υποτοπάσαντες θόρυβον, μη τί που και των απειρημένων δράσαιεν, σχεδόν αυτόνομοι όντες, άμα δε και τον νεωτερισμόν υποπτεύοντες, δηλούσι συν ωχρώ τω προσώπω τοις ένδον. Οι δε σπουδή τοις κυρίοις το δηλωθέν απαγγέλουσι και ως επιζυγώσαι τας της μονής πύλας τοις ερχομένοις συμφέρει, μάλα θερμώς εισηγούνται. Οι δ’ ημέλουν ακούοντες –μηδέ γαρ έχειν συμβαλείν οπόθεν επί σφετέρω κακώ ίοιεν οι συνθέοντες–, έρχεσθαι δε κακείνους εις τας κοινάς εκείνας τελετάς υπελάμβανον. Ως δε και αύθις εξελθόντες εκείνοι πλησιασάντων και μάλλον το θορυβώδες και άτακτον υπενόουν, έτι μάλλον κατωρρώδουν και μετά σπουδής εισήγγελλον τα γιγνόμενα, και επ’ εκείνοις άλλοι ταχυδρομούντες, και αύθις άλλοι· ουδέ γαρ ην όστις τότε βλέπων μη επί κακώ μεγίστω την εκείνων άφιξιν υπενόει. Όθεν και πολλοί μεν, περί εαυτοίς δεδιότες εκ των ου καλών εκείνων υποψιών, άλλος αλλαχού κατεδύοντο· οις δ’ έμελε των Μουζαλώνων πλέον των άλλων, προσιόντες και αύθις ατάκτω ήθει προσώπου, την εισβολήν των ανδρών υπεμίμνησκον· και εφεκτέον το τάχος έλεγον προκαταλαβούσι την εκείνων ορμήν διά της των πυλών επιθέσεως, μήπως και φθάσωσιν εισελθόντες· μηδέ γαρ επί καλώ τινι τον τοσούτον θόρυβον είναι, αλλ’ εις τι λήξειν κακόν. Οι δε των φόβους λεγόντων ουκ ήσαν όλως· ήγε γαρ, οίμαι, τούτους το μόρσιμον, και το λεγόμενον αληθές, ως αφαιρείται τας φρένας ον απολέσαι μέλλει το θείον. Ου μην δε αλλ’ ουδέ τοις παρούσι των μεγιστάνων έμελε το δρώμενον ακούουσιν, είτε κατά τινα πρόγνωσιν των μελλόντων, είτε μην και αυτοίς ου μέλον, καν ό,τι και δράσειαν συναχθέντες. Αλλ’ εν τοσούτω τας εισόδους προκαταλαμβάνουσι και κρατούσι οι επιόντες, και άμ’ εισχεομένων εντός πανικοί θόρυβοι ήσαν, και οις έδρων τε ηπείλουν πρότερον ή τον ναόν εισελθείν δήλοι ήσαν φονώντες. Ην ουν τω πρωτοβεστιαρίω γραμματικός οικείος, Θεοφύλακτος τούνομα και εμός συγγενής, προσόμοιος τω κυρίω τα πάντα. Εξελθόντος γουν επί τω μαθείν εκείνου, σφάλλει τους επιόντας η ομοιότης, συναιρομένης και της αμπεχόνης, πενθίμου ούσης επ’ ίσης και μικροίς και μεγάλοις διά τον του βασιλέως θάνατον, κακείνον υποτοπάσαντες τον ζητούμενον είναι, ευθύς αναιρούσι κοπίσι μυρίαις· ου γαρ ην όστις και τεθνηκότι το έγχος ουκ έβαπτεν επ’ εκείνω· ως δε εγώ τινος ήκουσα, και απερρόφουν εκ της δεινής μανίας του αίματος. Πλην αλλ’ ευθύς ουκ ηγνόουν σφαλέντες· το γαρ πέδιλον υποφανέν του ποδός, μέλαν ον, των δεδρακότων φανεράν άγνοιαν κατηγόρει. Και παραυτίκα μεθ’ ότι πλείστης μανίας και ταραχής ξιφήρεις εμπίπτουσι τω ναώ, και παραχρήμα, φανέντων των φονώντων εκείνων, ο μεν ιερός ύμνος κατασιγάζεται, άλλων αλλαχού των ψαλλόντων σκεδαννυμένων και παραδυομένων γωνίαις και τόποις οις ήλπιζον σώζεσθαι. Οι δε Μουζάλωνες, ο μεν τοις αδύτοις προστρέχει και, την μυστικήν τράπεζαν υπελθών, εκείθεν ώετο σώζεσθαι, ο δ’ όπισθεν της του ναού πύλης εαυτόν συνωθήσας, εφ’ αυτώ υφείλκε στερρώς και ως είχεν, ως συνιζάνειν εν επιπέδω οι την θύραν, ως και προσκολλάσθαι δοκείν ηνεωγμένην τω αντιθύρω, μηδενός εμποδών όντος· ο δ’ εκείνων γαμβρός –και ούτος γαρ ώσπερ της ευπραγίας τοις συγγενέσι μετείχεν, ούτω και κοινωνός έμελλε γενέσθαι της δυσπραγίας–, αλλαχού περί που το των βασιλέων ηρώον ως είχε παραδυόμενος, λαθείν έσπευδεν· ο μέντοι γε πρωτοβεστιάριος, εν τοις αδύτοις και αυτός εισελθών του ναού και προς τη κόγχη γενόμενος της προθέσεως, επί τι κιονώδες ιστάμενον υπανέρχεται και τω εκείσε σκοτώδει συν τοις αδύτοις θαρρεί. Αλλ’ ουκ ην οιστισινούν εκείνων διαδράσαι τον κίνδυνον. Πλείστοι γαρ όντες οι εφορμώντες τους μεν άλλους εποίουν φεύγειν, περί τη σφετέρα ζωή δεδιότος εκάστου, απενεούσθαι δε και τους εν τέλει συνέβαινε, μηδέν έχοντας πράττειν. Εκείνοι δε, εκ πολλού του προς το θαρρείν παριόντος, παράβακχόν τι και μανικόν εφαλλόμενοι, ακριβώς ηρεύνων, μηδέν των του ναού καταλιπόντες ανεξερεύνητον· όθεν και άλλος άλλον ευρών τε και κατασχών, απηνώς και ως αυτώ δοκούν διεχράτο. Ου μην δε οι άλλοι κατερραθύμουν, αλλ’ εφ’ ενί πολλοί τινες περιστάντες έβαλλον, έπληττον, ηκίζοντο και νεκρόν τον άθλιον, ως και εις πολλά τον ένα κατακεκόφθαι· ούτως ώπλιζεν αυτούς η κακία, και ο θυμός μεμηνότας θήρας εδείκνυ. Τον μέντοι γε πρωτοβεστιάριον, Κάρουλός τις, των αδύτων κατατολμήσας και τα πολλά διερευνησάμενος, επεί ουχ εύρισκεν, απειπών, έμελλεν υποστρέφειν, αλλ’ η μοίρα ουδ’ εκείνον εία του πάθους εκτός· την γαρ πρόθεσιν εισελθών και τήδε κακείσε περιβλεψάμενος, επί γόνασι συνιζάνοντα κάτωθεν είδε τον οίκτιστον και ιδών ορμά καθαιρείν απηνώς. Και ος δυσωπεί, το οικείον αίμα πολλού τινος εξωνούμενος· ο δε ούτε προς το σχήμα της ικετείας απείδεν, ούτε μην υπεκλάσθη τοις επηγγελμένοις, αλλ’ ευθύς κατασχών αναιρεί ξιφιδίω. Και δήλον γεγονός το πραχθέν, ουκ ην όστις απήν εκείθεν, αλλ’ έκαστος επιστάς, ως είχεν ουτάζων και μεθ’ ύβρεων, ήκιζε, και ες τοσούτον μελεϊστί κατεδάσαντο, ώστε και τους ενταφιαστάς ύστερον, σάκκω τα μέλη καταθέντας, ούτως εκφορήσαι και τάφω δούναι. Επεί δ’ εις τέλος τοις ανημέροις εκείνοις επράχθη το τόλμημα, συός τρόπον θήξαντες τους οδόντας, ως μηδέ και τους εν τέλει κατωπαδίς εκείνων έχειν ίστασθαι και ελέγχειν ή μην ερωτάν τι παθόντες και τίνος ορμήσαντος τοιαύτα πράττοιεν, επί τας σκηνάς ευθύς ώρμων των φονευθέντων, και ω προστετύχει έκαστος, μεθ’ ότι γενναίου του παραστήματος, ως ουδενός καινού γεγονότος, εξεφόρουν επεγγελώντες, και το επί γλώσσης έγκλημα συχνάκις λεγόμενον ην· “Οι εχθροί και δύσνοι τοις βασιλεύσιν, οι βασιλειώντες, οι παντί τρόπω, ει μη κεκώλυντο, οι τ’ άρξαι, οι του στρατιωτικού αλιτήριοι, οι μαγγανείαις μεν τον πατέρα μεθ’ υπουλότητος υπελθόντες, φυλακής δε δόξη και ασφαλείας τω υιώ εφεδρεύοντες, ως δεδώκασιν αξίας και ως έδει τας δίκας, ως εικότος διαπεπράχαται και ως ευνοϊκώς του λοιπού δουλεύσομεν τω δεσπότη, των εκείθεν απαλλαγέντες κακών”. Ταύτ’ έλεγον, και λείαν Μυσών τακείνων εποίουν, αμφοτέραις εξαντλούντες τον πλούτον εκ των σκηνών. Τούτων ουν ούτω τελεσθέντων, μηδενός οίου τε δοκούντος μαργώντι πλήθει και αναρχία εμποδών ίστασθαι, των μεν ταις αληθείαις δεδιότων, των δε και κατά προσποίησιν –σημείον δε· και γαρ της του πρωτοβεστιαρίου συζύγου εκείσε παρούσης και δεινά ποιούσης τε και λεγούσης επί τοις τολμηθείσιν, εμβριθέστερον ο μέγας κοντοσταύλος και θείος αυτόθεν επείχεν, επιτάττων σιγάν φοβουμένη μη και αυτή πάθοι, ει μη σιγώη, τα όμοια–, ως γουν συνεχέθησαν άπαντες και κύριοι και υπηρέται επ’ ίσης είχον των φοβερών, εκάστου ζητούντος το σώζεσθαι, απαίρουσιν εντεύθεν ευθύς, εφ’ ό,τι και παραγένοιντο μη φροντίσαντες και συν ουδενί κόσμω φεύγοντες. Τω μεν βασιλεί ασφαλή πλέον ή πρότερον τα της φυλακής εφιστώσι, μη τι και νεωτερισθή πλέον. Ούτω συγχυθέντων απάντων, έκαστος δε τα καθ’ εαυτόν ως είχε κατησφαλίζετο".

Γρηγοράς, Ν., Ρωμαϊκή Ιστορία, in Bekker, I. (ed.), Nicephori Gregorae Historia Byzantina (Bonn 1855), 62, 3-22:

"Εμέ δε μικρού το της ιστορίας παρέδραμε καιριώτατον. ανήρ γάρ τις Μουζάλων επίκλην, Γεώργιος όνομα, γένους ων ου λαμπρού, διά δε μόνην επιτηδειότητα γνώσεως και ηθών αστειότητα ες την αυτοκρατορικήν παρεισδύς οικίαν εξέτι παιδός, ίν’ είη δήπουθεν τω βασιλεί Θεοδώρω και αυτός συν άλλοις πολλοίς συμπαίστωρ ηλικιώτης, οπότε κακείνος την του παιδός παρήλλαττεν ηλικίαν, τοσούτον αρμόττοντα διέθηκε τάχιστα προς τα του νέου βασιλέως τα εαυτού ήθη, ώστ’ αυτός ην εκείνω μόνος τα πάντα, προσφυώς και κατά γνώμην και λέγων και πράττων· και τω χρόνω προβαίνοντες συνηύξανον αεί και την τοιαύτην διάθεσιν και στοργήν, ώστε και την των αυτοκρατόρων περιζωσαμένω αρχήν πάντ’ ην αύθις εκείνος αυτώ, άριστος γνώμων των όσα βουλομένη τη βασιλική διανοία υπήρχε, διοικητής δεξιός των εκτός, μυστηρίων πιστός κοινωνός των εντός. δι’ α δη και ες το των πρωτοβεστιαρίου τάχιστα ανήχθη αξίωμα και γυναικί συνέζευκται η των καθ’ αίμα προσηκουσών υπήρχε τω βασιλεί. Τούτον επίτροπον θνήσκων ο βασιλεύς των βασιλικών αφήκε πραγμάτων άμα τω πατριάρχη Αρσενίω, μέχρις αν ες την ανήκουσαν ηλικίαν ο του βασιλέως φθάση παις Ιωάννης".

Γρηγοράς, Ν., Ρωμαϊκή Ιστορία, in Bekker, I. (ed.), Nicephori Gregorae Historia Byzantina (Bonn 1855), 63, 9-66, 6:

"Ελείποντο δε ήδη τον αυτόν της ορφανίας έλκουσαι ζυγόν έτεραι θυγατέρες δύω, και ο νεώτατος ούτος παις Ιωάννης· δι’ ον αι τε του βασιλέως έγγραφοι εξετίθεντο διαθήκαι επίτροπον τον Μουζάλωνα καθιστώσαι και προς γε δη φρικώδεις ορκωμοσίαι παρά πάντων ομού μεγάλων τε και μικρών ετελέσθησαν. ετελέσθησαν δε ουχ άπαξ, αλλά πρώτον μεν τελευτώντος του βασιλέως· έπειτ’ ευθύς μετά την αυτού τελευτήν. Των γαρ εν αξιώμασί τινες καπί γένους σεμνυνομένων λαμπρότητι νεωτερίσασαν ούτω ταχέως ιδόντες την του Μουζάλωνος τύχην διεψιθύριζον προς αλλήλους, αχθόμενοι τη πέρα τούτου τιμή, πολλών όντων ετέρων οι μάλλον εκείνου προσήκουσι την τε επιτροπήν του βασιλικού παιδός αναδέχεσθαι και άμα την των κοινών πραγμάτων διοίκησιν εκ τε του προσεχώς ες βασιλέα το γένος αναφέρειν και αυ εκ γε του δεξιωτέρους πολλώ πεφυκέναι ες τα τοιαύτα ή κατά τον Μουζάλωνα, άνδρα πολλάς κεκτημένον τας αφορμάς ες το περιφρονείσθαί τε και μισείσθαι παρά πάντων, ως αυτοί διετείνοντο. το τε γαρ μη γένους φησίν εύκλειαν έλκειν από των φύντων, το τε συνεργόν γενέσθαι τω βασιλεί πολλάκις ες τας των πολλών τιμωρίας, ικανά ταύτα μίσος δεινόν εντεκείν ταις ψυχαίς των πολλών κατ’ αυτού. ει δε και βασιλείας ήρα και ταύτην ωνειροπόλει, καθώς τινες διαβάλλοντες προύφερον, τούτο δε ποίους ουκ αν ανήπτε κακίας πυρσούς κατά της αυτού κεφαλής; ταύτα δ’ ουκ ελελήθει Μουζάλωνα, δεινός μεν γαρ ο ανήρ και πρότερον ην ες το συνιέναι τοιαύτα· τότε δε και των πραγμάτων ζεόντων και αγωνίαν μεγίστην τη τούτου ψυχή προξενούντων, συνετώτερος αυτός εδόκει πολλώ εαυτού. και δη την ταχίστην ες βουλευτήριον άπαντας μεγιστάνας συνηθροικώς δεξιάν τε εδίδου τοις όλοις και από του ήττονος προύφερε την ομιλίαν· και δήλος ην παραχωρήσων ασμένως τω βουλομένω την επιτροπήν των τε κοινών πραγμάτων και αυτού δη του παιδός του βασιλέως. Επεί δε πάντες μεν ώσπερ από συνθήματος ομού παρητούντο, αυτόν προτιμάσθαι των άλλων ομολογούντες, ον και βασιλεύς αυτός ο των πραγμάτων και του παιδός εδικαίωσε κύριός τε και αυτοκράτωρ, ο δε Μουζάλων ουδ’ οποσούν ενεδίδου, αλλά γενναίως ανθίστατο, την τε ησυχίαν αιρούμενος και το πράγμα αποσειόμενος όλαις ορμαίς και κινήσεσι της ψυχής διά τε τον υφέρποντα φθόνον τω πράγματι και μάλιστα διά τον εντεύθεν υποφαινόμενόν τε και πλαστουργούμενον κίνδυνον· φρικωδέστεροι των προτέρων όρκοι πάλιν εγίγνοντο· και ώμνυον άπαντες όσοι των εν αξιώματι και όσοι του δήμου του στρατιωτικού· και σφίσι τε αυτοίς ήσαν επαρώμενοι πανωλεθρίαν και άπαντι τω γένει σφων έκαστος, ει μη τοις όρκοις εμμένοιεν ασφαλώς και διατηροίεν τω μεν Μουζάλωνι την επιτροπήν, τω δε του βασιλέως υιώ την βασιλείαν ανεπιβούλευτον τε και απαράτρεπτον μέχρι διαπαντός, αυτώ τε και τοις εξ αυτού γεννηθησομένοις. και ούτως οι μεν απηλλάττοντο, τα δε πράγματα ήσαν αύθις υπό τω Μουζάλωνι διοικούμενα. αλλά τέλειαι μεν ούπω παρήλλαττον ημέραι εννέα, και τινες των γένει και πλούτω προυχόντων φθόνω δεινώ στρατηγούμενοι τον στρατόν συνεκύκησαν και τας αυτών ώπλισαν δεξιάς κατά της σφαγής του Μουζάλωνος. τους δε χθες και πρότριτα τελεσθέντας φρικώδεις όρκους εκείνους και τας παλαμναιοτάτατας αράς, φευ της αρχής των κακών, λήθης απολαβόντες βυθοί και πλημμύραι διέφθειραν. εννάτη μεν γαρ ημέρα παρήν μετά την τελευτήν του βασιλέως και άπασαι των ενδόξων συνήεσαν γυναικών επί τη μονή των Σωσάνδρων, ένθα και το του βασιλέως τέθαπται σώμα, το νενομισμένον τελέσουσαι πένθος και τα μνημόσυνα. παρήσαν δ’ ομού και πάντες άρχοντες και αρχόμενοι, εν οις και οι την επιβουλήν εξαρτύσαντες ήσαν· και συνέρρει πας ο στρατός, οι μεν πένθους ένεκα, οι δε φονικήν ωδίνοντες ορμήν. και τι δει διατρίβειν; έτι της ιεράς τελουμένης υμνωδίας, τα ξίφη γυμνώσαντες πάντες οι στρατιώται ένδον εξαίφνης του νεώ εισεπήδησαν και παρά τη θεία και ιερά τραπέζη καταφυγόντα τον Μουζάλωνα κατέσφαξαν απηνώς, καπί τούτω τους δύο άμα αδελφούς, Ανδρόνικόν τέ φημι τον μέγα δομέστικον και Θεόδωρον τον πρωτοκυνηγόν· και προς τούτοις τον σφων υπογραμματέα δι’ ομοιότητα προσώπου τινά, συμβάν ουτωσί πως, σφαλέντες. και ούτως αι τε γυναίκες και ο λοιπός όχλος ατέλεστον αφέντες το πένθος άλλος επ’ άλλω συντριβόμενοι διά τον φόβον έφυγον όλοις ποσίν όποι τύχοιεν έκαστοι".

 
 
 
 
 

Entry's identity

 
press image to open photo library
 

>>>